Ο "γηράσκων" πνεύμων
Η επίδραση του γήρατος στην αναπνευστική λειτουργία

Επαμεινώνδας Ν. Κοσμάς,1 MD, FCCP Νικόλαος Γ. Κουλούρης,2 MD, PhD
1Πνευμονολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, Επιμελητής Α Νοσοκομείου "Α. Φλέμιγκ"
2Πνευμονολόγος, Επίκ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Πανεπιστημιακή Κλινική Ν.Ν.Θ.Α.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Κατά τη διάρκεια της πρώτης 25ετίας της ζωής, οι πνεύμονες και το αναπνευστικό σύστημα διανύουν μία φάση ανάπτυξης και ωρίμανσης μέχρι να αποκτήσουν τη μέγιστη λειτουργικότητά τους. Κατά την υπόλοιπη ζωή, η πρόοδος της ηλικίας συσχετίζεται με μία προοδευτική απώλεια της αναπνευστικής λειτουργικότητας Η φυσιολογική γήρανση του αναπνευστικού συστήματος αποδίδεται σε δομικές μεταβολές του θωρακικού τοιχώματος (αποτιτανώσεις πλευρών, οστεοπόρωση, κατάγματα σπονδύλων, στένωση μεσοσπονδυλίων διαστημάτων, κύφωση, "πιθοειδής θώραξ"), του πνευμονικού παρεγχύματος (διάταση κυελίδων και αεροχώρων, ελάττωση της επιφάνειας ανταλλαγής αερίων, απώλεια υποστηρικτικού ιστού των περιφερικών αεραγωγών) και των αναπνευστικών μυών (ελάττωση μυϊκής μάζας, μείωση του αριθμού των μυϊκών ινών τύπου ΙΙ και των κινητικών νευρώνων, διαταραχές των νευρομυϊκών συνάψεων, μειωμένη σύνθεση μυοσίνης και ελάττωση της λειτουργίας της μιτοχονδριακής αναπνευστικής αλύσου). Οι σχετιζόμενες με την ηλικία δομικές αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα διάφορες λειτουργικές μεταβολές, όπως αυξημένη δυσκαμψία του θωρακικού τοιχώματος, μειωμένη ελαστική επαναφορά και αυξημένη διατασιμότητα των πνευμόνων, παγίδευση αέρα, υπερδιάταση και επιδείνωση της ισχύος των αναπνευστικών μυών. Ο βίαια εκπνεόμενος όγκος αέρα στο 1ο δευτερόλεπτο της βίαιης εκπνοής (FEV1), η ζωτική χωρητικότητα και οι εκπνευστικές ροές ελαττώνονται, με χαρακτηριστική διαμόρφωση της καμπύλης ροής-όγκου που συνιστά δυσλειτουργία των μικρών αεραγωγών. Εμφανίζονται περιοχές με μειωμένη σχέση αερισμού-αιμάτωσης (VΑ/Q) ως συνέπεια της πρώιμης σύγκλεισης αεραγωγών και έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένη ανομοιογένεια VΑ/Q. Η διαχυτική ικανότητα για το μονοξείδιο του άνθρακα με την ηλικία ελαττώνεται λόγω της μείωσης της επιφάνειας ανταλλαγής αερίων. Παρά την επέλευση όλων αυτών των λειτουργικών διαταραχών, το αναπνευστικό σύστημα παραμένει ικανό να διατηρήσει επαρκή ανταλλαγή αερίων κατά την ηρεμία και την άσκηση καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, με ήπια ελάττωση της μερικής πίεσης του οξυγόνου στο αρτηριακό αίμα (ΡαΟ2) και αμετάβλητη τη μερική πίεση του διοξειδίου του άνθρακα (PaCO2). Όμως, με την πρόοδο της ηλικίας και σε περιπτώσεις οξείας νόσου οι εφεδρείες του αναπνευστικού συστήματος τείνουν να ελαττωθούν. Επιπρόσθετα, η με την ηλικία επερχόμενη μείωση της φυσικής δραστηριότητας, με την επακόλουθη απώλεια της φυσικής κατάστασης, η μειωμένη ευαισθησία των αναπνευστικών κέντρων στην υποξία/υπερκαπνία και η μειωμένη δυνατότητα αντίληψης επιπρόσθετων φορτίων ελαστικότητας και αντιστάσεων μπορεί να αμβλύνουν την απόκριση του αερισμού σε διάφορες απειλητικές για τη ζωή νοσηρές καταστάσεις (όπως οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, καρδιακή ανεπάρκεια και υδροστατικό πνευμονικό οίδημα, λοίμωξη ή βρογχοσύσπαση) και να οδηγήσουν σε μικρότερη αντίληψη της νόσου και καθυστέρηση της διάγνωσης με πιθανές επιβλαβείς συνέπειες. Πνεύμων 2000, 13(2):108-122
Λέξεις κλειδιά: Ηλικία, Γήρας, Αναπνευστική λειτουργία, Φυσιολογία αναπνοής.
Αλληλογραφία: Επαμεινώνδας Ν. Κοσμάς, Σπετσών 20, 16673 Άνω Βούλα, Τηλ: 8955005, Fax: 9658115, E-mail: enkosmas@hol.gr

Η εργασία παρελήφθη στις 24/2/2000 και εγκρίθηκε προς δημοσίευση στις 18/5/2000