Θα παρουσιαστούν πέντε επιλεγμένα άρθρα από το British Journal of General Practice, ένα που δημοσιεύτηκε  τον Νοέμβριο και τέσσερα που δημοσιεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 2025.

 

  1. Barry, E., Greenhalgh, T., Papoutsi, C., Shaw, S. E., Ferrey, A., & Rutter, H. (2025). Preventing type 2 diabetes: a qualitative study exploring the complexity of health-related practices in people with prediabetesThe British journal of general practice : the journal of the Royal College of General Practitioners75(760), e739–e748. https://doi.org/10.3399/BJGP.2025.0208

Σύντομη Παρουσίαση άρθρου

Πρόκειται για μια ποιοτική μελέτη που διερεύνησε πώς τα άτομα αντιλαμβάνονται και ανταποκρίνονται στη διάγνωση του προδιαβήτη και πώς η διάγνωση αυτή επηρεάζει τις πρακτικές υγείας τους στην καθημερινή τους ζωή. Στη μελέτη αυτή συμμετείχαν 25 άτομα με προδιαβήτη μέσω ιατρείων Γ/ΟΙ και χρησιμοποιήθηκαν αρχικά συνεντεύξεις, αναφορές συμπεριφορών και επαναληπτικές συνεντεύξεις με ανάλυση βασισμένη στη θεωρία των κοινωνικών πρακτικών του Bourdieu. 

Τα ευρήματα έδειξαν ότι, παρόλο που υπάρχει η ιατρική κατανόηση του κινδύνου για ανάπτυξη Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ) τύπου 2, πολλοί από τους συμμετέχοντες δυσκολεύτηκαν να εφαρμόσουν βιώσιμες αλλαγές στην καθημερινότητά τους. Η συμπεριφορά υγείας φαίνεται να επηρεάζεται από κοινωνικές, πολιτισμικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως οι οικογενειακές προσδοκίες, η ανάγκη για κοινωνική αποδοχή, η υγειονομική παιδεία, η πρόσβαση στην φροντίδα υγείας, το κόστος της υγιεινής διατροφής, η πρόσβαση σε χώρους άσκησης, καθώς και καθημερινές συνήθειες που σχετίζονται με τον ρόλο και το κοινωνικό περιβάλλον του κάθε ατόμου. Η ατομική βούληση από μόνη της δεν αρκεί για να υποστηρίξει αλλαγές στις συμπεριφορές υγείας, καθώς οι κοινωνικές δομές και οι συνθήκες ζωής παίζουν καθοριστικό ρόλο. Οι επαγγελματίες της ΠΦΥ βρίσκονται στην πλεονεκτική θέση να διερευνήσουν τα ευρύτερα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά πλαίσια που επηρεάζουν ένα άτομο ως προς την αλλαγή συμπεριφοράς και άρα να υποστηρίξουν προσαρμοσμένες και ρεαλιστικές στρατηγικές μείωσης του κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα που βιώνουν οι ασθενείς. 

Τα ευρήματα της έρευνας αμφισβητούν το κυρίαρχο βιοϊατρικό μοντέλο που επιβαρύνει το κάθε άτομο αποκλειστικά με την αλλαγή συμπεριφοράς, μειώνοντας τη σημαντικότητα των δομικών και κοινωνικών πολυπλοκοτήτων που εμπλέκονται στην προσπάθεια αυτή.  Υπογραμμίζεται, λοιπόν, η ανάγκη για ολιστική, συστημική προσέγγιση στην πρόληψη του ΣΔ, η οποία θα αναγνωρίζει την επιρροή των κοινωνικών δικτύων, τον τοπικών πόρων και των ευρύτερων περιβαλλοντικών και εμπορικών παραγόντων. Για τους Γ/ΟΙ, τις ομάδες δημόσιας υγείας και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, είναι σημαντικός ο σχεδιασμός παρεμβάσεων που εντάσσουν την ευθύνη της πρόληψης των ασθενειών στο ευρύτερο κοινοτικό και εθνικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη περιβαλλόντων που προωθούν βιώσιμες πρακτικές υγείας.

Σύντομα σχόλια επί του άρθρου 

Στην Ελλάδα, όπου η παχυσαρκία και ο ΣΔ τύπου 2 αυξάνονται τα τελευταία χρόνια και ο πληθυσμός χαρακτηρίζεται από αρκετές οικονομικές και κοινωνικο-πολιτισμικές ανισότητες, είναι σημαντικό να ληφθούν στρατηγικές πρόληψης πιο ολιστικές και συστημικές, που δε θα επικεντρώνονται στην προσωπική ευθύνη των ατόμων ή σε απλές οδηγίες διατροφής. Οι Γ/ΟΙ καλούνται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο, λαμβάνοντας υπόψη τους κοινωνικο-οικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες του πληθυσμού ευθύνης τους με στόχο αποτελεσματικές παρεμβάσεις πρόληψης.

____________________________________________________________________________

 

  1. McQuire, C., Millington, L., Dillon, A., Boyd, A., Parsonage, J., Mukherjee, R., Butcher, S. I., & Jackson, P. D. (2025). Fetal alcohol spectrum disorder (FASD): how primary care can make a differenceThe British journal of general practice : the journal of the Royal College of General Practitioners75(761), 540–542. https://doi.org/10.3399/BJGP.2025.0587

Σύντομη Παρουσίαση άρθρου

Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπολογίζεται ότι το 4% του πληθυσμού ζει στο Φάσμα Διαταραχών Εμβρυϊκού Αλκοολισμού ή FASD λόγω προγεννητικής έκθεσης στο αλκοόλ. Παρά τον επιπολασμό του και το γεγονός ότι η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να βελτιώσει την έκβαση, το FASD συχνά δεν διαγιγνώσκεται, ειδικά σε ενήλικες. 

Το FASD είναι μια δια βίου νευροαναπτυξιακή διαταραχή που συνδέεται με την προγεννητική έκθεση σε αλκοόλ. Για τη διάγνωσή της απαιτείται, εκτός της προγεννητικής έκθεσης σε αλκοόλ, σημαντική δυσλειτουργία/βλάβη σε 3 ή παραπάνω από τα εξής: κινητικές δεξιότητες, νευροανατομία ή νευροφυσιολογία, γνωστική λειτουργία, γλώσσα, ακαδημαϊκή επίδοση, μνήμη, προσοχή, εκτελεστικές λειτουργίες ( συμπεριλαμβανομένων των ακούσιων κινήσεων και της υπερκινητικότητας), ρύθμιση των συναισθημάτων, προσαρμοστική συμπεριφορά, κοινωνικές δεξιότητες. Ιστορικά, για τη διάγνωση του FASD αρκούσαν 3 χαρακτηριστικά του προσώπου: λείο φίλτρο, λεπτό άνω χείλος και μικρές βλεφαρικές σχισμές -όταν αυτά συνυπήρχαν. Επειδή, όμως, αυτά τα χαρακτηριστικά συνυπάρχουν σε μόλις 10% των περιπτώσεων, το FASD καθίσταται ένα “αόρατο” πρόβλημα υγείας.

Οι Γ/ΟΙ μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην πρόληψη, τη διάγνωση, αλλά και την διαχείριση ατόμων με FASD. Ο ρόλος τους, σύμφωνα με συστάσεις, περιλαμβάνει συμβουλευτική προς τις γυναίκες για αποφυγή κατανάλωσης αλκοόλ καθ΄όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και κατα τον προγραμματισμό της, να εξετάζουν ενεργά το ενδεχόμενο του FASD ως πιθανή υποκείμενη αιτία νευροαναπτυξιακής καθυστέρησης ή ανεξήγητων αποκλίσεων από το τυπικό αναπτυξιακό προφίλ, να παραπέμπουν για περαιτέρω αξιολόγηση άτομα με πιθανό FASD και σημαντικές σωματικές, αναπτυξιακές ή συμπεριφορικές δυσκολίες, να βεβαιώνονται οτι σε οποιοδήποτε άτομο με FASD προσφέρεται ένα σχέδιο διαχείρισης για την αντιμετώπιση των αναγκών του και ένας ετήσιος έλεγχος αναπηρίας και να φροντίζουν να ενημερώνουν τον ηλεκτρονικό φάκελο των ατόμων με υποψία ή διάγνωση FASD.

Σύντομα σχόλια επί του άρθρου 

Στην Ελλάδα, όπου η κατανάλωση αλκοόλ κατά την αναπαραγωγική ηλικία και οι προγεννητικές εκθέσεις παραμένουν σημαντικοί παράγοντες δημόσιας υγείας, είναι αναγκαία η ενημέρωση και αυξημένη κλινική υποψία των Γ/ΟΙ, ώστε να τίθεται η διάγνωση του FASD και να υπάρχει στήριξη και βελτίωση της ποιότητας ζωής ατόμων με FASD.

____________________________________________________________________________

 

  1. Tookman, A., Verma, J., Diehl-Wiesenecker, E., Stephens, R., McCallum, J. E., Unterberger, U., & Walker, S. (2025). The challenge of persistent physical symptomsThe British journal of general practice : the journal of the Royal College of General Practitioners75(761), 579–582. https://doi.org/10.3399/BJGP.2025.0442

Σύντομη Παρουσίαση άρθρου

Τα επίμονα σωματικά συμπτώματα (persistent physical symptoms, PPS) αναφέρονται σε συμπτώματα που επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα παρά την απουσία μιας οργανικής νόσου ή έπειτα από θεραπεία της υποκείμενης πάθησης και αποτελούν μια πρόκληση για τους ασθενείς, τις οικογένειές τους, καθώς και τους ιατρούς. Καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από ήπια και παροδικά έως σοβαρά και επίμονα συμπτώματα, με ποικίλους βαθμούς λειτουργικών προβλημάτων για τους ασθενείς και απασχόλησης του συστήματος υγείας. Τα πιο κοινά συμπτώματα στους ενήλικες περιλαμβάνουν επίμονο/ διαλείπον μυϊκό άλγος, κοιλιακά συμπτώματα, πόνο στην πλάτη ή στο θώρακα, ζάλη, αίσθημα παλμών, κόπωση και κεφαλαλγίες, για τα οποία η κλινική εξέταση και η  περαιτέρω διερεύνηση δεν έχουν αναδείξει υπεύθυνη αιτία.

Αναδεικνύεται ότι τα PPS είναι συνηθισμένα, πολύπλοκα και δημιουργούν σημαντικά προσωπικά και κοινωνικά βάρη, τα οποία δεν αναγνωρίζονται επαρκώς. Οι ασθενείς υπόκεινται σε πολλαπλές εξετάσεις και παραπομπές, και αντιμετωπίζονται με δυσπιστία και έλλειψη ενσυναίσθησης. Για τους ιατρούς, η διαχείριση των PPS είναι δύσκολη λόγω των συχνών επισκέψεων, των χρονικών περιορισμών, των περιορισμένων πόρων και της έλλειψης Γ/ΟΙ. 

Απαιτείται, επομένως, μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, έρευνα και διάθεση πόρων. Οι ασθενείς μπορούν να επωφεληθούν από ενδελεχείς ιατρικές επισκέψεις, έγκαιρο γενετικό έλεγχο και μια ενσυναισθητική προσέγγιση που υποστηρίζεται από διαγνωστικά εργαλεία, αλγόριθμους διαχείρισης, διεπιστημονικές ομάδες και τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων κλινικών.

Σύντομα σχόλια επί του άρθρου

Στην Ελλάδα-και ειδικά στην ΠΦΥ- οι ιατροί έρχονται συχνά αντιμέτωποι με ασθενείς με πολλαπλά, χρονίως επίμονα συμπτώματα χωρίς σαφή οργανική αιτία. Η καθιέρωση των PPS ως μια ξεχωριστή κλινική οντότητα μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των περιττών εξετάσεων, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και στη σωστή διαχείριση αυτών των περιπτώσεων μέσω καθιέρωσης διεπιστημονικών ομάδων και πιθανά εξειδικευμένων κέντρων όπου θα παραπέμπονται τα περιστατικά αυτά.

____________________________________________________________________________

 

  1. Whitehead I. O. (2025). Is loneliness the HPV of general practice's burnout cancer?The British journal of general practice : the journal of the Royal College of General Practitioners75(761), 566. https://doi.org/10.3399/bjgp25X743745

Σύντομη Παρουσίαση άρθρου

Το άρθρο αυτό αναδεικνύει τη μοναξιά ως έναν κρίσιμο αλλά υποτιμημένο παράγοντα που συνδέεται με την επαγγελματική εξουθένωση (burnout) των Γ/ΟΙ. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, καμία άλλη ειδικότητα στην ιατρική δεν αφιερώνει περισσότερο χρόνο σε προσωπικό επίπεδο με τον ασθενή, χωρίς κάποια ομαδική συμβολή. Μερικοί Γ/ΟΙ μπορεί να περάσουν ημέρες όπου η μόνη τους αλληλεπίδραση με άλλους είναι οι άνθρωποι που περιμένουν λύση σε ένα πρόβλημά τους. Στο παγκόσμιο συνέδριο της WONCA το 2025 στη Λισαβόνα, ο συγγραφέας παρακολούθησε διαλέξεις, σεμινάρια και εργαστήρια σχετικά με το burnout των Γ/ΟΙ. Εκεί, το burnout αναφέρθηκε ως ένας αυξανόμενος “καρκίνος” που υπονομεύει την ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής και ανθεκτικής ΠΦΥ και αναδείχθηκε η ανάγκη των Γ/ΟΙ για σύνδεση και μείωση του αισθήματος της μοναξιάς στο εργασιακό περιβάλλον. Ο Τριπλός Στόχος (Triple Aim) -βελτίωση της εμπειρίας των ασθενών, βελτίωση της υγείας του πληθυσμού και μείωση του κόστους- είναι ευρέως αποδεκτός ως πυξίδα για τη βελτιστοποίηση του συστήματος υγείας. Οι Bodenheimer και Sinsky προτείνουν την επέκτασή του σε Τετραπλό Στόχο, προσθέτοντας τον στόχο της βελτίωσης της εργασιακής ζωής των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης.

Κατά τον συγγραφέα, δεν γίνεται να συνεχίσουμε να αγνοούμε την ανθρώπινη φύση μας και την ανάγκη μας για σύνδεση, αν επιθυμούμε να καλύψουμε τις ανάγκες των ασθενών μας επαρκώς και πρέπει να κατανοήσουμε ότι είμαστε ευάλωτοι σε θέματα όπως η μοναξιά. Αν το burnout των Γ/ΟΙ είναι καρκίνος, τότε η μοναξιά είναι μια προκαρκινωματική αλλαγή και αν δεν εξετάσουμε τους προδρόμους του burnout, τότε δε θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε τις συστηματικές στρατηγικές που απαιτούνται για την καταπολέμηση των αυξανόμενων περιπτώσεων burnout.

Σύντομα σχόλια επί του άρθρου 

Το burnout των ιατρών είναι μια κατάσταση συνεχώς αυξανόμενη στην Ελλάδα, ειδικά μετά την πανδημία. Οι συνθήκες εργασίας των ιατρών -μεγάλος φόρτος, έλλειψη υποστήριξης, περιορισμένοι πόροι- μπορεί να εντείνουν το αίσθημα μοναξιάς. Η αναγνώριση της μοναξιάς ως έναν παράγοντα burnout, μπορεί να οδηγήσει σε παρεμβάσεις όπως ομάδες υποστήριξης και κοινωνικές δομές εργασίας που να ενισχύουν την ευημερία των ιατρών και κατ’ επέκταση την ποιότητα φροντίδας των ασθενών.

Χρήστος Λιονής: Συστήνεται επίσης η ανάγνωση του άρθρου Mental health and cardiovascular disease consensus statement: key messages που διαπραγματεύεται τη σχέση ψυχικής υγείας και καρδιαγγειακής νόσου, όπου η κοινωνική απομόνωση και η μοναξιά λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία.

____________________________________________________________________________

 

  1. Van Zyl-Bonk, F. E., Lagro-Janssen, A. L. M., de Klein, A. M. C. H., & Maria Teunissen, T. A. (2025). What deters GPs from talking about sexual assault? a qualitative interview studyThe British journal of general practice : the journal of the Royal College of General Practitioners75(761), e862–e869. https://doi.org/10.3399/BJGP.2024.0761

Σύντομη Παρουσίαση άρθρου

Πρόκειται για μια ποιοτική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 14 Γ/ΟΙ από την Ολλανδία με στόχο τη διερεύνηση των εμπειριών τους στον εντοπισμό και τη διαχείριση περιπτώσεων σεξουαλικής επίθεσης. Η σεξουαλική επίθεση είναι ένα αρκετά συχνό φαινόμενο, επηρεάζοντας τη συνολική υγεία του ατόμου μέσω σωματικών, ψυχολογικών, σχεσιακών ή/και σεξουαλικών συνεπειών που εκτείνονται πέρα από το επίπεδο της άμεσης βλάβης. Παρόλα αυτά, είναι ένα θέμα που δεν συζητείται συχνά στα πλαίσια της ιατρικής επίσκεψης. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ειδικότητα, οι Γ/ΟΙ βρίσκονται στη μοναδική θέση να εντοπίσουν σημάδια και μοτίβα που σχετίζονται με σεξουαλική επίθεση και είναι αρμόδιοι να συντονίσουν την κατάλληλη φροντίδα του ατόμου, καθώς λειτουργούν ως φύλακες της εξειδικευμένης φροντίδας και διατηρούν μακροχρόνιες σχέσεις με τους ασθενείς τους.

Από τη μελέτη αναδείχθηκαν οι προκλήσεις και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Γ/ΟΙ  στον εντοπισμό και την διαχείριση μιας σεξουαλικής επίθεσης. Συγκεκριμένα, έτειναν να εντάσσουν τα ιατρικά προβλήματα των ασθενών τους σε ένα βιοϊατρικό πλαίσιο, παραβλέποντας πιθανές ψυχοκοινωνικές αιτίες, όπως η σεξουαλική επίθεση. Επιπλέον, έτειναν να υιοθετούν μια στάση που αποσκοπεί στην ανεύρεση λύσης στο πρόβλημα του ασθενούς ή υπήρχε μια τάση μετατόπισης ευθύνης και αντιμετώπισης της σεξουαλικής επίθεσης ως ένα κοινωνικό θέμα, αποφεύγοντας έτσι την έγερση του θέματος στη διάρκεια της ιατρικής επίσκεψης. Σε προσωπικό επίπεδο, το θέμα της σεξουαλικής επίθεσης φάνηκε να προκαλεί δυσφορία στους Γ/ΟΙ και δισταγμό ή φόβο όταν αντιμετώπιζαν ένα άτομο του αντίθετου φύλου.

Τονίζεται η αναγκαιότητα για περαιτέρω μελέτες ώστε να υπάρξουν εκπαιδευτικά προγράμματα κατάλληλα για τους Γ/ΟΙ ώστε να μπορούν να εντοπίσουν και να διαχειριστούν θύματα σεξουαλικής επίθεσης και τα ιατρικά προβλήματα που συνδέονται με αυτή, καθώς και να μπορέσουν να βοηθήσουν στην πρόληψη της επαναθυματοποίησης.

Σύντομα σχόλια επί του άρθρου 

Η σεξουαλική βία και οι μακροχρόνιες επιπτώσεις που έχει στην υγεία των θυμάτων αποτελούν ένα σημαντικό θέμα δημόσιας υγείας. Είναι αναγκαία η ευαισθητοποίηση και η εκπαίδευση των Γ/ΟΙ στην λήψη ιστορικού και στη διαχείριση αυτών των περιστατικών, με στόχο τόσο τον έγκαιρο εντοπισμό των θυμάτων σεξουαλικής επίθεσης, αλλά και την κατάλληλη υποστήριξη τους.